βασιλευτός

βᾰσῐλ-ευτός, ή, όν,
A suited for monarchical rule, Arist.Pol.1288a8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βασιλευτός — βασιλευτός, ή, όν (Α) [βασιλεύω] ο κατάλληλος να κυβερνιέται από βασιλιά …   Dictionary of Greek

  • βασιλευτόν — βασιλευτός suited for monarchical rule masc acc sg βασιλευτός suited for monarchical rule neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλευτοῦ — βασιλευτός suited for monarchical rule masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλευτῇ — βασιλευτός suited for monarchical rule fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλευτήν — βασιλευτός suited for monarchical rule fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.